Ολοκλήρωση ιστορίας: Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα – Μέρος 5ο

Ξύπνησε και ήταν ακόμα βράδυ, με κόπο άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι, 3 η ώρα το ξημέρωμα έλεγε. Αγχώθηκε για το Μηχάνημα, λήθαργο στον λήθαργο είχαν περάσει περίπου 2 μέρες απ’ την τελευταία του επίσκεψη στο κτίριο. Φοβόταν τι θα αντίκριζε μπαίνοντας στην αίθουσα. Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα – Μέρος 4ο

Ξύπνησε πριν το ξυπνητήρι, κάθιδρος. 7 η ώρα, όπως κάθε πρωί.  Ένιωθε σαν να είχε συνέλθει από λήθαργο, τα μέλη του ήταν μουδιασμένα. Με κόπο σηκώθηκε και σύρθηκε ως το δωμάτιο του επιστάτη. Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα – Μέρος 3ο

Σκέτος λαβύρινθος ήταν μέσα. Πόρτες δεξιά, πόρτες αριστερά. Από το μικρό χολ μέτρησε 4 σύνολο. Ο επιστάτης διευκρίνισε ότι η διαδρομή εισόδου στην μεγάλη αίθουσα είναι μία, οπότε αν μπει σε λάθος δωμάτιο σε κάποιο σημείο, το κτίριο κλειδώνει αυτόματα όλες τις πόρτες. Ο μόνος τρόπος να ξαναδοκιμάσει τη διαδρομή τότε θα είναι πρώτα να κάνει reset όλους τους κωδικούς μέσω μιας φορητής συσκευής και μετά να επιστρέψει πίσω στην κεντρική είσοδο, μέχρι να το κάνει όλο σωστά.

Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα-Μέρος 2ο

Τις πρώτες 2 μέρες τις πέρασαν στους αγρούς. Δεν έκαναν τίποτα άλλο απ’ το να μαζεύουν μήλα ασταμάτητα. Έπειτα του ζητούσε να τους κάνει μια μικρή δαγκωματιά δίπλα στο κοτσάνι, να σιγουρευτούν ότι είναι γερά. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι ήταν κάποιο άρρωστο καψόνι για να δοκιμάσει την αφοσίωσή του, οπότε είχε πείσει τον εαυτό του ότι σίγουρα στο τέλος ο επιστάτης θα του φανέρωνε τον λόγο από μόνος του. Την τρίτη πια μέρα, όταν είδε ότι θα συνέχιζαν στο ίδιο μοτίβο δραστηριότητας, δεν άντεξε και τον ρώτησε. «Ποτέ δεν είναι αρκετά τα μήλα που μαζεύεις, όταν ο χειμώνας είναι μπροστά», τον άκουσε να ψιθυρίζει τρίζοντας τα δόντια του.

Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα

Εκείνες τις μέρες συμπλήρωνε 1 χρόνο άνεργος και ένιωθε να σαπίζει από μέσα. Είχε τελειώσει σπουδές Μηχανολόγου Μηχανικού στο Πολυτεχνείο, ξένες γλώσσες, υπολογιστές, φανταρικό, κοπέλα δεν είχε, περνούσε τον ατέλειωτο ελεύθερο χρόνο του σε καφετέριες και μπιλιαρδάδικα με κολλητούς. Όλο το Σαββατοκύριακο κοιτούσε την αγγελία. «Ζητείται Μηχανικός για μεγάλη εταιρεία, απαιτούμενα προσόντα προϋπηρεσία 1 χρόνος, Αγγλικά και εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Δυνατότητα μετακινήσεων. Μισθός 1700€ το μήνα + bonus παραγωγικότητας». Κάτι δεν του κόλλαγε, οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες και ο μισθός υψηλός για τη θέση, μόνο ένα σταθερό τηλ. για επικοινωνία, ούτε όνομα εταιρείας, ούτε διεύθυνση. Ρώτησε και τους κολλητούς του τι να κάνει. Δε βαριέσαι, σάμπως και είχε να χάσει τίποτα.

Συνέχεια

Το κείμενο που ακολουθεί προοριζόταν για τα αγαπημένα μου Νέα του Βελγίου και γράφτηκε τον Μάρτιο του ’15, πριν από 9 μήνες. Δυστυχώς, η μοίρα είχε άλλα σχέδια για τους αγαπημένους συν-Βέλγους και το blog μπήκε στον πάγο, κι ακόμα δε λέει να ξεπαγώσει. Τελικά αποφάσισα να το ανεβάσω εδώ, στα προσωπικά μου λημέρια, για να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία μου βλέποντας τις παρακάτω λέξεις δημοσιευμένες, τρόπον τινά, και με την κρυφή ελπίδα να ενδιαφέρει και κάποιον άλλον πέρα από τα μούτρα μου. Λοιπόν, φτάνουν οι φανφάρες. Η εισαγωγή πήγαινε κάπως έτσι:

Συνέχεια

Μονολογώντας για Γυναίκες-Γράμμα στον Μπουκόφσκι

Μόλις το ολοκλήρωσε, την κάλεσε να το δει. Ήταν ένα αρκετά όμορφο δημιούργημα, σιδερένιο με κάγκελα συμμετρικά οβάλ και μια ασημένια ζώνη να τα αγκαλιάζει στη μέση, δουλεμένο με αγάπη και αφοσίωση, το πιο όμορφο κλουβί που είχε κατασκευάσει ποτέ του. Συνέχεια

Στέκομαι στη γωνία, στο φανάρι. Κοιτάζω αδιάφορα μπροστά μου, αδημονώ να ανάψει πράσινο, πάλι άργησα και βιάζομαι. Το βλέμμα μου πέφτει λίγο πιο κάτω, στον κόσμο που περιμένει να διασχίσει από απέναντι. Σε βλέπω ανάμεσά τους. Τρίβω τα μάτια μου. Τι κάνεις εσύ εδώ, αναρωτιέμαι, αφού μένεις μακριά. Για μια στιγμή αμφιταλαντεύομαι, σηκώνω το χέρι να με δεις, κοιτάς ευθεία και είμαι ακριβώς μπροστά σου, δεν μπορεί, θα με αναγνωρίσεις μες στο πλήθος. Καμία αντίδραση. Συνεχίζω να σου γνέφω, συνεχίζεις να με αγνοείς. Έχω ανάμεικτα συναισθήματα, μου αρέσεις και δεν το ξέρεις, δεν είχα το κουράγιο να σου το δείξω μέχρι τώρα. Συνέχεια

Δεν ήταν ο τύπος που σύχναζε στα μπουρδέλα. Κάθε άλλο. Αυτός έψαχνε για τη γυναίκα εκείνη που θα τον σαγήνευε σε σημείο να τη θεοποιήσει στο μυαλό του, να την ανεβάσει στον ψηλότερο, τον πιο περίτεχνο, βωμό, και να τη λατρεύει με όλη τη δύναμη του είναι του. Συνέχεια

Το λευκό πρόσωπο της νύχτας
"Δυο σκιές μες στη νύχτα". Σκίτσο φιλοτεχνημένο με μεράκι απ' τον αγαπητό φίλο Αλέξανδρο Κουντουπίδη

«Δυο σκιές μες στη νύχτα». Σκίτσο φιλοτεχνημένο με μεράκι απ’ τον αγαπητό φίλο Αλέξανδρο Κουντουπίδη

Ανεβαίνεις τα σκαλοπάτια μέχρι την ταράτσα αργά αργά, κοιτώντας κάτω. Βυθισμένη στη σκέψη του επικείμενου τέλους, δεν προσέχεις τίποτα γύρω σου, απλά κοιτάς κάτω. Το αισθάνεσαι ότι έρχεται, πάει καιρός τώρα που έχεις πάψει να ελπίζεις. Αλλά με αγαπάς ό,τι κι αν έχει γίνει, μ’ αγαπάς γι’ αυτά που σημαίνω για ’σένα, για τις αναμνήσεις που με συνοδεύουν. Η ανάσα σου βαραίνει όσο πλησιάζεις, τα πόδια επιβραδύνουν. Όχι από την ανάβαση, αλίμονο! Είναι το τελευταίο που σε απασχολεί τώρα, ένας όροφος απομένει άλλωστε. Η θύμηση γυρνάει σε περασμένες ανέμελες στιγμές πάθους και δακρύων αλλά προσπαθείς να την καταπνίξεις, δεν πρέπει να σε επηρεάσει τώρα. Ένα ρίγος διασχίζει τη ραχοκοκαλιά σου και σε κόβει στα δύο. Κοντοστέκεσαι για λίγα δευτερόλεπτα. Κοιτάς το ρολόι. Η ώρα είναι 23:20, έχεις ήδη αργήσει στο ραντεβού μας. Το τελευταίο μας ραντεβού, μονολογείς, και σου ξεφεύγει ένας μορφασμός θλίψης. Θέλεις να με μισήσεις, θα ’ταν πιο ανώδυνο να το δικαιολογήσεις στον εαυτό σου έτσι, αλλά δεν έχεις αρκετούς λόγους.

Κλείνεις για μια στιγμή τα μάτια, παίρνεις βαθιά αναπνοή από τη μύτη. Ξεφυσάς αργά απ’ το στόμα, έχει σημασία αυτή εδώ η στιγμή για ’σένα. Νιώθεις πως διαρκεί αιώνια, θέλεις να το βάλεις στα πόδια, θέλεις να γυρίσεις τον χρόνο πίσω και αυτό που πρόκειται να συμβεί στα επόμενα λεπτά να μην χρειαζόταν να συμβεί ποτέ.

Ήρθε η ώρα να ανοίξεις την πόρτα και να δεις τι κρύβεται πίσω. Με βρίσκεις ανεβασμένο στην τσιμεντένια άκρη της ταράτσας, μόνο μου, χωρίς τίποτα γύρω. Μια αλλόκοτη σκέψη τρυπώνει στιγμιαία στο κεφάλι σου, είχες φανταστεί ένα περισσότερο φαντασμαγορικό τέλος, ανάλογο του τρόπου που ένα αστέρι διαγράφει πύρινη πορεία για να σβήσει μετά μέσα στις ίδιες του τις φλόγες. Το μόνο που υπάρχει είναι μουσική. Ένα τραγούδι παίζει ξανά και ξανά. Είναι το Mourn των Sentenced. Το διάλεξα ως το πιο ταιριαστό, πάντα μ’ άρεσε να αντιστοιχώ μουσικές με γεγονότα σαν παιχνίδι. Στέκομαι πλάτη, αλλά το ξέρεις ότι κατάλαβα πως είσαι κοντά, αισθάνομαι την παρουσία σου. Έρχεσαι και σκαρφαλώνεις κι εσύ στην άκρη, στέκεσαι δίπλα μου, χωρίς να πεις κάτι. Ούτε εγώ λέω. Δε χρειάζεται να μιλήσει κανείς τώρα. Απολαμβάνουμε μαζί τη βραδινή ηρεμία της πόλης υπό τους ήχους της μουσικής, για τελευταία φορά μαζί.

Περνούν μερικά λεπτά έτσι. Βρίσκεσαι τόσο κοντά μου που θα μπορούσα να σε αγγίξω χωρίς καν να τεντώσω το χέρι. Κι όμως, υπάρχει μια απειλή στην ατμόσφαιρα που με σπρώχνει τόσο μακριά που χάνω τελείως επαφή, ώσπου μοιάζεις με παραίσθηση, σαν ολόγραμμα. Δεν είμαι πια σίγουρος ότι είσαι δίπλα μου, έχω χαθεί μέσα στις σκέψεις αυτές, τα φώτα της πόλης με τραβούν, ο αέρας με ζαλίζει, η μουσική με θλίβει και με παρακινεί να πέσω.

Μου σφίγγεις το χέρι. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Γυρνάω και σε κοιτάω για πρώτη φορά, Θεέ μου, ποτέ δεν είχα ξαναδεί τα θλιμμένα σου μάτια πιο μεγάλα! Έχεις δακρύσει. Σκίζεται η καρδιά μου, δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι τη στιγμή αυτή. Σκύβω να σε φιλήσω, να διώξω τον πόνο από την έκφρασή σου, τα χείλη μας ενώνονται, τα σώματά μας ενώνονται και μένουν έτσι. Αλλά δεν είναι όπως τις άλλες φορές. Το φιλί αυτό είναι πολύ πικρό. Τα χείλη δεν μετακινούνται πια, οι γλώσσες μας δεν παιχνιδίζουν. Έχουμε σφραγίσει τα στόματά μας με δύναμη, πιέζουμε ο ένας τα χείλη του άλλου, να μείνουν ενωμένα, να μην πούμε τίποτα άλλο πια από τα λόγια εκείνα που μας έχουν πληγώσει και τους δυο.

Το τραγούδι παίζει ακόμα. Εγώ τρέμω ενώ σε κρατάω σφιχτά. Μια σκέψη με χτυπάει σαν κεραυνός∙ αυτό θα ήταν το ιδανικό τέλος! Χαλαρώνω το σφίξιμο και ψάχνω στα μάτια σου με την ελπίδα να βρω έστω κι ένα ίχνος ότι θα διαβάσεις τα δικά μου και θα καταλάβεις. Χαμογελάς αχνά και χαμηλώνεις για μια στιγμή το βλέμμα, οι ελπίδες μου αναπτερώνονται. Μπορεί η εξέλιξη της σχέσης αυτής να ξέφυγε από τα χέρια μας, μπορούμε όμως ακόμα να δώσουμε το τέλος που θα επιλέξουμε εμείς, και, απ’ ό,τι φαίνεται, συμφωνούμε ότι θα μείνει αξέχαστο και στους δυο. Τρέμεις κι εσύ τώρα. Φοβάσαι όσο κι εγώ, το ξέρω, ωστόσο η ιδέα σε εξιτάρει και επαναφέρεις στον νου την εικόνα του φλεγόμενου αστεριού, ιδανικό σενάριο. Τα χείλη μας κολλάνε ξανά με δύναμη, τα χέρια μου σφίγγουν γύρω απ’ τη μέση σου, τα δικά σου γύρω απ’ τον λαιμό μου, αυτή διαλέξαμε για τελευταία εικόνα. Κάνουμε το άλμα.