Ο πληθυσμός στο νησί είχε μειωθεί αρκετά τα τελευταία 10 χρόνια. Κάποιοι έλεγαν ότι απ’ τα 20 εκατομμύρια, τώρα απέμεναν περίπου 1 εκατομμύριο λιγότεροι. Ωστόσο υπήρχε η γενική πεποίθηση ότι ο ηθικός κώδικας της κοινωνίας των Αναχωρητών ήταν ξεχωριστός και τους έδινε νόημα στο ανούσιο της ύπαρξης.

Ο Τσέστερ είχε αράξει στο λιβάδι ανάσκελα και αναρωτιόταν ποια θα ήταν η μορφή που θα έπαιρνε όταν με το καλό θα πήγαινε να συναντήσει όλους τους ήρωές του. Τον παππού του, που αποφάσισε την υπερβολική δόση κοκτέιλ φαρμάκων ως αντίδοτο για τους συνεχιζόμενους πόνους του καρκίνου που του αχρήστευε τα πνευμόνια. Τον πατέρα του, του οποίου τα πόδια έμειναν κολλημένα πάνω σε μια οβίδα στο πεδίο της μάχης, και το καροτσάκι έγινε το προσωπικό του όχημα μεταφοράς, ώσπου πήρε φόρα κι έπεσε μ’ αυτό από τον λόφο που αγνάντευε όλη την παραλία. Την αγαπημένη του θεία, η οποία είχε αποκτήσει μια ολική φοβία για τις πτήσεις μετά τον θάνατο του θείου σε αεροπορικό δυστύχημα, και αποφάσισε στα 50 της, 11 χρόνια μετά τον θείο, να πάρει την ίδια πτήση και προορισμό και να πάει να τον συναντήσει στους αιθέρες, έχοντας κατεβάσει πρώτα δύο χούφτες ηρεμιστικά για να είναι σίγουρη ότι θα πετάξει. Τη μικρή του αδερφή, η οποία επέλεξε την ασφυξία με πλαστική σακούλα, όταν ο πρώην της ανέβασε τα ερωτικά βίντεο που είχαν τραβήξει οι δυο τους στα social media, με αποτέλεσμα να χάσει τη δουλειά της.

Τελευταία της μακράς λίστας, η αγαπημένη του Ταλίντα, εκείνη που ακολουθούσε μια ζωή πιστά τις συμβουλές άλλων, σχετικά με την εμφάνισή της και τον τρόπο συμπεριφοράς που θα έπρεπε να ακολουθεί για να απολαμβάνει την αποδοχή τους. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο και αφού έγινε μητέρα, στην καθημερινότητά της είχε μπει ο Θεός ως ο νέος αδιαπραγμάτευτος κανόνας διαβίωσης. Φρόντιζε να φαίνεται άξια στα μάτια Του και να μεγαλώνει τα παιδιά της σύμφωνα με τις αξίες Του. Ο Τσέστερ την κοιτούσε και δεν την αναγνώριζε, ένιωθε να της έχει αλλοιώσει τον χαρακτήρα όλη αυτή η πνευματική αναζήτηση. Κάποια μέρα του ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να πάει να ενωθεί με τον Θεό, μόνο έτσι θα γαλήνευε η ψυχή της, η τωρινή καθημερινότητά της μακριά Του ήταν απλά μια μικρή προσπάθεια προσέγγισης και πως τώρα ήταν έτοιμη να κάνει το μεγάλο βήμα. Δεν ήταν σίγουρος ότι κατάλαβε τι εννοούσε, παρόλα αυτά την αγαπούσε πολύ για να την εμποδίσει να κάνει κάτι που έμοιαζε πως θα της χάριζε ευτυχία. Μπήκε στη θάλασσα με το μωβ της φόρεμα την ώρα που σουρούπωνε. Ο ροδοκίτρινος ήλιος ήταν σε ευθεία με τη γραμμή της θάλασσας στο βάθος. Κολύμπησε μέχρι να τον φτάσει, εκεί φανταζόταν την κατοικία του Θεού, κοντά στο πιο δυνατό φως.

Αναρωτιόταν, έτσι ξαπλωμένος, για τους λόγους που η κοινωνία των Αναχωρητών μπορούσε να επιβραβεύει τον θάνατο από προσωπική επιλογή. Είχε ακούσει πως σε άλλα μέρη η πράξη αυτή ήταν κατακριτέα, ακόμα και πως σε κάποιες θρησκείες οι ιερείς αρνούνται να θάψουν τον δράστη αυτής της πράξης. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του αυτό, πως μπορεί κάποιος να ορίσει αν το είδος θανάτου ενός τρίτου είναι αποδεκτό ή όχι, τη στιγμή που αποφασίζει αποκλειστικά για τον εαυτό του. Φαντάστηκε πως ο νομοθέτης του νησιού τους, η κοινωνία τους ολόκληρη, είχε επιλέξει να επιτρέπει στο κάθε άτομο να αναζητήσει το σύνορο όπου η ζωή ενώνεται με τον θάνατο και, όταν το έκρινε κατάλληλο, να το περάσει. Οι υπόλοιποι σέβονταν εκ προοιμίου την ελευθερία της επιλογής αυτής, αφού η επιβίωση για τους Αναχωρητές δεν είναι αυτοσκοπός. Τα παιδιά στο νησί γαλουχούνταν με την ιδέα της αυτόνομης πορείας, τη συνειδητοποίηση ότι η παρουσία των προγόνων τους στη ζωή τους δεν είναι δεδομένη και πως ανά πάσα στιγμή θα τερματιστεί. Δεν ήταν σίγουρος αν η σκοπιά τους ήταν σωστή ή λάθος, τι σημασία είχε άλλωστε; Η εικόνα των παιδιών του να χαμογελούν βλέποντάς το άψυχο σώμα του να χορεύει δεμένο πάνω στο κλαδί του δέντρου, τον γαλήνεψε και έκλεισε τα μάτια.

Advertisements
Το νησί των Αναχωρητών

Ολοκλήρωση ιστορίας: Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα – Μέρος 5ο

Ξύπνησε και ήταν ακόμα βράδυ, με κόπο άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε το ρολόι, 3 η ώρα το ξημέρωμα έλεγε. Αγχώθηκε για το Μηχάνημα, λήθαργο στον λήθαργο είχαν περάσει περίπου 2 μέρες απ’ την τελευταία του επίσκεψη στο κτίριο. Φοβόταν τι θα αντίκριζε μπαίνοντας στην αίθουσα. Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα – Μέρος 4ο

Ξύπνησε πριν το ξυπνητήρι, κάθιδρος. 7 η ώρα, όπως κάθε πρωί.  Ένιωθε σαν να είχε συνέλθει από λήθαργο, τα μέλη του ήταν μουδιασμένα. Με κόπο σηκώθηκε και σύρθηκε ως το δωμάτιο του επιστάτη. Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα – Μέρος 3ο

Σκέτος λαβύρινθος ήταν μέσα. Πόρτες δεξιά, πόρτες αριστερά. Από το μικρό χολ μέτρησε 4 σύνολο. Ο επιστάτης διευκρίνισε ότι η διαδρομή εισόδου στην μεγάλη αίθουσα είναι μία, οπότε αν μπει σε λάθος δωμάτιο σε κάποιο σημείο, το κτίριο κλειδώνει αυτόματα όλες τις πόρτες. Ο μόνος τρόπος να ξαναδοκιμάσει τη διαδρομή τότε θα είναι πρώτα να κάνει reset όλους τους κωδικούς μέσω μιας φορητής συσκευής και μετά να επιστρέψει πίσω στην κεντρική είσοδο, μέχρι να το κάνει όλο σωστά.

Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα-Μέρος 2ο

Τις πρώτες 2 μέρες τις πέρασαν στους αγρούς. Δεν έκαναν τίποτα άλλο απ’ το να μαζεύουν μήλα ασταμάτητα. Έπειτα του ζητούσε να τους κάνει μια μικρή δαγκωματιά δίπλα στο κοτσάνι, να σιγουρευτούν ότι είναι γερά. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι ήταν κάποιο άρρωστο καψόνι για να δοκιμάσει την αφοσίωσή του, οπότε είχε πείσει τον εαυτό του ότι σίγουρα στο τέλος ο επιστάτης θα του φανέρωνε τον λόγο από μόνος του. Την τρίτη πια μέρα, όταν είδε ότι θα συνέχιζαν στο ίδιο μοτίβο δραστηριότητας, δεν άντεξε και τον ρώτησε. «Ποτέ δεν είναι αρκετά τα μήλα που μαζεύεις, όταν ο χειμώνας είναι μπροστά», τον άκουσε να ψιθυρίζει τρίζοντας τα δόντια του.

Συνέχεια

Το μηχάνημα που τρεφόταν με μήλα

Εκείνες τις μέρες συμπλήρωνε 1 χρόνο άνεργος και ένιωθε να σαπίζει από μέσα. Είχε τελειώσει σπουδές Μηχανολόγου Μηχανικού στο Πολυτεχνείο, ξένες γλώσσες, υπολογιστές, φανταρικό, κοπέλα δεν είχε, περνούσε τον ατέλειωτο ελεύθερο χρόνο του σε καφετέριες και μπιλιαρδάδικα με κολλητούς. Όλο το Σαββατοκύριακο κοιτούσε την αγγελία. «Ζητείται Μηχανικός για μεγάλη εταιρεία, απαιτούμενα προσόντα προϋπηρεσία 1 χρόνος, Αγγλικά και εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Δυνατότητα μετακινήσεων. Μισθός 1700€ το μήνα + bonus παραγωγικότητας». Κάτι δεν του κόλλαγε, οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες και ο μισθός υψηλός για τη θέση, μόνο ένα σταθερό τηλ. για επικοινωνία, ούτε όνομα εταιρείας, ούτε διεύθυνση. Ρώτησε και τους κολλητούς του τι να κάνει. Δε βαριέσαι, σάμπως και είχε να χάσει τίποτα.

Συνέχεια

Το κείμενο που ακολουθεί προοριζόταν για τα αγαπημένα μου Νέα του Βελγίου και γράφτηκε τον Μάρτιο του ’15, πριν από 9 μήνες. Δυστυχώς, η μοίρα είχε άλλα σχέδια για τους αγαπημένους συν-Βέλγους και το blog μπήκε στον πάγο, κι ακόμα δε λέει να ξεπαγώσει. Τελικά αποφάσισα να το ανεβάσω εδώ, στα προσωπικά μου λημέρια, για να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία μου βλέποντας τις παρακάτω λέξεις δημοσιευμένες, τρόπον τινά, και με την κρυφή ελπίδα να ενδιαφέρει και κάποιον άλλον πέρα από τα μούτρα μου. Λοιπόν, φτάνουν οι φανφάρες. Η εισαγωγή πήγαινε κάπως έτσι:

Συνέχεια

Μονολογώντας για Γυναίκες-Γράμμα στον Μπουκόφσκι

Μόλις το ολοκλήρωσε, την κάλεσε να το δει. Ήταν ένα αρκετά όμορφο δημιούργημα, σιδερένιο με κάγκελα συμμετρικά οβάλ και μια ασημένια ζώνη να τα αγκαλιάζει στη μέση, δουλεμένο με αγάπη και αφοσίωση, το πιο όμορφο κλουβί που είχε κατασκευάσει ποτέ του. Συνέχεια

Στέκομαι στη γωνία, στο φανάρι. Κοιτάζω αδιάφορα μπροστά μου, αδημονώ να ανάψει πράσινο, πάλι άργησα και βιάζομαι. Το βλέμμα μου πέφτει λίγο πιο κάτω, στον κόσμο που περιμένει να διασχίσει από απέναντι. Σε βλέπω ανάμεσά τους. Τρίβω τα μάτια μου. Τι κάνεις εσύ εδώ, αναρωτιέμαι, αφού μένεις μακριά. Για μια στιγμή αμφιταλαντεύομαι, σηκώνω το χέρι να με δεις, κοιτάς ευθεία και είμαι ακριβώς μπροστά σου, δεν μπορεί, θα με αναγνωρίσεις μες στο πλήθος. Καμία αντίδραση. Συνεχίζω να σου γνέφω, συνεχίζεις να με αγνοείς. Έχω ανάμεικτα συναισθήματα, μου αρέσεις και δεν το ξέρεις, δεν είχα το κουράγιο να σου το δείξω μέχρι τώρα. Συνέχεια

Δεν ήταν ο τύπος που σύχναζε στα μπουρδέλα. Κάθε άλλο. Αυτός έψαχνε για τη γυναίκα εκείνη που θα τον σαγήνευε σε σημείο να τη θεοποιήσει στο μυαλό του, να την ανεβάσει στον ψηλότερο, τον πιο περίτεχνο, βωμό, και να τη λατρεύει με όλη τη δύναμη του είναι του. Συνέχεια

Το λευκό πρόσωπο της νύχτας